Είκοσι χρόνια χωρίς τον μεγάλο κωμικό Ντίνο Ηλιόπουλο – Οι άγνωστες πτυχές της ζωής του

Είκοσι χρόνια χωρίς τον μεγάλο κωμικό Ντίνο Ηλιόπουλο – Οι άγνωστες πτυχές της ζωής του

Ήταν σαν σήμερα στις 4 Ιουνίου του 2001, όταν έσβησε ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια του ελληνικού κινηματογράφου, ο ηθοποιός και μεγάλος κωμικός, Ντίνος Ηλιόπουλος, που άφησε τη δική του ξεχωριστή σφραγίδα στο ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο.

Ο Ντίνος (Κωνσταντίνος) Ηλιόπουλος υπήρξε σπουδαίος κωμικός ηθοποιός που διακρίθηκε στο σανίδι και την μεγάλη οθόνη, οι ερμηνείες του στους ρόλους έμειναν ανεξίτηλες στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου και σημάδεψαν τις επόμενες γενιές ηθοποιών. Ο χαρισματικός ηθοποιός, μέσα από το μεγάλο έργο του, συνεχίζει να χαρίζει στιγμές γέλιου, με ταινίες από τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου, στις οποίες πρωταγωνίστησε, διαθέτοντας μοναδικά χαρακτηριστικά και απίστευτο ταλέντο.

Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 12 Ιουνίου 1915. Ο Πελοποννήσιος στην καταγωγή πατέρας του ήταν μεγαλέμπορος και η μητέρα του καταγόταν από την Υεμένη. Μετά το οικονομικό κραχ του 1929, η πολυάριθμη οικογένειά του εγκαταστάθηκε στη Mασσαλία, όπου ο Nτίνος τελείωσε το γυμνάσιο, με πρώτη γλώσσα τα γαλλικά. Στην Αθήνα έφτασε έξι χρόνια αργότερα και ακολούθησε εμπορικές σπουδές. Υπηρέτησε τη θητεία του στο στρατό, όμως η απόλυσή του απ’ αυτόν συνέπεσε με την έναρξη του πολέμου του 1940 κι έτσι ξανά ντύθηκε στο χακί και υπηρέτησε ως ασυρματιστής.

Η μάχη με τον τύφο σε ηλικία 10 ετών 

Λόγω της οικονομικής άνεσης των γονιών του, έκανε πολλά ταξίδια στον κόσμο. Σε ένα από αυτά, ο μικρός Ντίνος βρέθηκε με τη γιαγιά του στο Παρίσι. Εκεί προσβλήθηκε από κοιλιακό τύφο και κινδύνεψε η ζωή του. Παρά την δύσκολη πρόγνωση και την ανησυχία των γιατρών, ο Ηλιόπουλος ξεπέρασε το πρόβλημα. Η αρρώστια επηρέασε την παιδική του ηλικία, αλλά όχι και την υπόλοιπη ζωή του. Μεγαλώνοντας, έγινε ένας γελαστός, πρόσχαρος και ευτυχισμένος άνθρωπος, που ταυτίστηκε με την αισιοδοξία.

Τα πρώτα χρόνια στο Θέατρο 

To 1939 έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του τότε Βασιλικού Θεάτρου, αλλά απορρίφθηκε. Το πείσμα και η επιμονή του να γίνει ηθοποιός τον οδήγησε στη σχολή του Γιαννούλη Σαραντίδη. Αποφοίτησε με άριστα και μπήκε στο χώρο του θεάτρου το 1944, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, με το θίασο της Κατερίνας στο έργο του Λέο Λεντς «Κυρία, σας αγαπώ». Έκτοτε, συμμετείχε στους θιάσους της Μαρίκας Κοτοπούλη, της Μαίρης Αρώνη, του Δημήτρη Χορν και πολλών άλλων.

Το 1954 συγκρότησε θίασο με το Μίμη Φωτόπουλο, με τον οποίο αποτέλεσαν ανεπανάληπτο κωμικό δίδυμο. Τρία χρόνια αργότερα και μέχρι το 1969 δημιούργησε δικό του θίασο, ανεβάζοντας πολλά έργα.

Συχνά σκηνοθετούσε ο ίδιος τις παραστάσεις τού θιάσου του και διασκεύαζε ξένες φάρσες και κωμωδίες, προσαρμόζοντάς τις στα ελληνικά ήθη. Έγραψε και μερικές πρωτότυπες δικές του κωμωδίες, αλλά δεν είχαν μεγάλη ανταπόκριση («Ο άνθρωπος με το τρομπόνι»).
Τα επόμενα χρόνια στράφηκε στην επιθεώρηση, πρωταγωνίστησε σε μιούζικαλ («Καμπαρέ», «Γλυκιά Ίρμα»), περιόδευσε στις ΗΠΑ και στον Καναδά. Το 1977 ερμήνευσε τον «Αμφιτρύωνα» του Πλαύτου στο Εθνικό Θέατρο, ενώ το 1978 εμφανίστηκε στην Επίδαυρο και στο Ηρώδειο με τις «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού. Για την προσφορά του στο θέατρο τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό Γεωργίου Α’.

Ο Κινηματογράφος 

Ο κινηματογράφος είχε μπει στη ζωή του από το 1948, όταν έκανε το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη με την κωμωδία «Εκατό χιλιάδες λίρες» του Αλέκου Λειβαδίτη σε σενάριο του Νίκου Τσιφόρου. Ακολούθησαν περισσότερες από 90 ταινίες, πολλές από τις οποίες ανήκουν στη λεγόμενη «χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου» κι έμειναν κλασικές στο είδος τους: «Θανασάκης ο πολιτευόμενος» (1954), «Κακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες» (1960), «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος» (1960), «Μερικοί το προτιμούν κρύο» (1963), «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης» (1963), «Το Δόλωμα» (1964), «Η Κοροϊδάρα» (1967), «Ο Στρατής παραστράτησε» (1969).

Ο ρόλος, όμως, που σημάδεψε την καριέρα του, ήταν εκείνος του Θωμά, του υπαλληλάκου που εκλαμβάνεται ως αρχηγός του υποκόσμου, στο αριστούργημα του Νίκου Κούνδουρου «Ο Δράκος» σε σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη (1956). Το 1986 συμμετέχει στην ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Μελισσοκόμος» στο ρόλο του φίλου του Σπύρου, του βασικού πρωταγωνιστή της ταινίας που ερμήνευσε ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι.

Ο… Έλληνας Φρεντ Αστέρ 

Ο Ντίνος Ηλιόπουλος ήταν δεινός χορευτής και λάτρης του ωραίου φύλου. Τον χαρακτήριζε η σεμνότητα, η ευγένεια και η φινετσάτη προσωπικότητά του με ευρωπαϊκό αέρα και καλλιέργεια. Ξεχώρισε γρήγορα, αφού μπορούσε να είναι ο εαυτός του και ο ρόλος του ταυτόχρονα. Δεν ήταν λίγοι αυτοί, άλλωστε, που τον ονόμασαν Έλληνα Φρεντ Αστέρ, θαύμαζε τον Τσάρλι Τσάπλιν και είχε επιστήθιο φίλο τον Μίμη Φωτόπουλο.

Παντρεύτηκε δύο φορές. Ο πρώτος του γάμος διήρκησε ελάχιστους μήνες, ενώ από τον δεύτερο, που τελέστηκε το 1963, με την Χίλντεγκαρντ Βίτσερ, αυστριακής καταγωγής, απέκτησαν δύο κόρες, την Εβίτα και τη Χίλντα και τρία εγγόνια, την Νικήτα της Εβίτας, την Έλλη και τον Ντίνο, της Χίλντας.

Το τραγούδι για την Άννα Φόνσου 

Μεγάλος ήταν και ο έρωτάς του με την Άννα Φόνσου με την οποία είχαν 30 χρόνια διαφορά ηλικίας. Το τραγούδι «Μείνε Λίγο», σε στίχους Ντίνου Ηλιόπουλου και μουσική Σπύρου Παππά μπορεί να μην είναι πολύ γνωστό, όμως το γεγονός ότι οι στίχοι του είναι γραμμένοι για την Άννα Φόνσου το κάνουν ιδιαίτερο.

Πρόκειται για ένα τραγούδι του 1962, όταν η Άννα Φόνσου εγκατέλειψε τον Ντίνο Ηλιόπουλο, για να παντρευτεί τον πλούσιο θεατρικό επιχειρηματία Κώστα Παλτόγλου.

Το τραγούδι: Μείνε λίγο, σ’ το φωνάζω με τα μάτια, με το στόμα
και θα φύγω μοναχός μου, χωρίς δάκρυ, μείνε ακόμα, αν σε χάσω, δεν υπάρχει ούτε αύριο, ούτε τώρα θα ξεχάσω, δώσ’ μου όμως, σ’ εξορκίζω λίγη ώρα… 

Η πτώχευση, η αποτυχημένη παράσταση και η μετανάστευση στην Αμερική 

Το 1963 ο Έλληνας «Φρεντ Αστέρ» πήρε την απόφαση να αποκτήσει δικό του θέατρο. Ήταν το «Γκλόρια», στο οποίο ήλπιζε ότι θα πραγματοποιούσε όλες τις καλλιτεχνικές του φιλοδοξίες. Όμως, η σχέση του με το χρήμα ήταν τραγική, παρά το γεγονός ότι είχε σπουδάσει οικονομικά. Έτσι, διεύθυνε το θέατρο μόνο με το φιλότιμο και όχι με οικονομικό σχεδιασμό.

Για παράδειγμα, όταν ανέβαζε παραστάσεις που απαιτούσαν 5-6 ηθοποιούς, αυτός προσλάμβανε 15, ώστε να δώσει μεροκάματο σε κάποιον άνεργο συνάδελφο ή φίλο του. Επίσης, ως θιασάρχης ελεύθερου θεάτρου πλήρωνε πάντα τις πρόβες και το φαγητό των ηθοποιών, όταν σχεδόν κανένας άλλος επιχειρηματίας του χώρου δεν το έκανε. Την ίδια λογική είχε και όταν διαπραγματευόταν την αμοιβή του, για τη συμμετοχή του σε μια εμπορική ταινία. Η γυναίκα του πάντα του έλεγε «πήρες λίγα», διαπίστωση που έκανε και ο ίδιος σε συνέντευξη που έδωσε το 1993 στο περιοδικό «Ε» της Ελευθεροτυπίας. «Αισθάνομαι ότι πάντα λείπει ένα μηδενικό από την αξία μου, στο τέλος του αριθμού της αμοιβής μου».

Το 1966 ο Ηλιόπουλος ανέβασε το θεατρικό έργο «Κονσέρτο για Τρομπόνι». Το κοινό είδε έναν άλλο ηθοποιό από αυτόν που είχε αγαπήσει. Στην παράσταση σουρεαλιστικού περιεχομένου, που έπεφτε «βαριά» για τα δεδομένα της εποχής, ο δημοφιλής ηθοποιός εμφανιζόταν φορώντας ξανθιά περούκα με μπούκλες. Κανείς δεν ήθελε να βλέπει αυτόν τον «διαφορετικό» Ηλιόπουλο. Η αποτυχία ήρθε άμεσα. Κάθε παράσταση πήγαινε χειρότερα από την προηγούμενη. O Ντίνος Ηλιόπουλος πλήρωνε τους ηθοποιούς και άφραγκος γυρνούσε σπίτι με τα πόδια. Είχε πλέον πτωχεύσει και η οικογένειά του υπέφερε οικονομικά. Ο ελληνικός κινηματογράφος «είχε πάρει την κάτω βόλτα» και σε κάποια μεγάλα στούντιο της εποχής δεν ήταν αρεστός. Γι’ αυτό αναγκαζόταν να παίζει στα θέατρα ακόμη δεύτερους ή τρίτους ρόλους, δίπλα σε άγνωστες σταρλετίτσες της δεκαετίας του ’70.

Για τον μεγάλο ηθοποιό υπήρχε μόνο μια λύση. Να ξενιτευτεί στην Αμερική και τον Καναδά για να καταφέρει να «ξελασπώσει» οικονομικά. Άφησε πίσω του δύο μωρά παιδιά, τη γυναίκα, τους φίλους του και όλα όσα είχε αγαπήσει όταν πρωτοήρθε από τη Μασσαλία στην Ελλάδα. Με τον θίασο που σχημάτισε, έπαιξε σε 60 πολιτείες τα έργα Θεσμοφοριάζουσες, Ζητείται Ψεύτης, Το Δικαστήριο των Γυναικών, Ο Αριστοφάνης συναντά το Ζορμπά και Ο κόσμος ανάποδα. Στα σχεδόν δύο χρόνια που έλειψε, κατάφερε να ισορροπήσει οικονομικά. Γυρνώντας στην Ελλάδα, συνέχισε και πάλι τη σπουδαία καριέρα του, δίπλα στα μεγάλα ονόματα του θεάτρου και του κινηματογράφου.

Η ασθένεια και ο θάνατος 

Ο Ντίνος Ηλιόπουλος φεύγει μια μέρα σαν την σημερινή 4 του Ιούνη 2001 στην Αθήνα σε ηλικία 85 ετών έπειτα από μακρά νοσηλεία σε διάφορα νοσοκομεία. Κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη στις 6 Ιουνίου 2001 στο Α΄ Νεκροταφείο και στο μνήμα του υπάρχει μια πλάκα, που γράφει κατ’ απαίτησή του: «Με συγχωρείτε κυρίες μου, που δεν μπορώ να σηκωθώ».

“Ο κλόουν που δραπέτευσε από το φεγγάρι.” όπως τον χαρακτήρισε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος «Καλλιέργησε ένα φανταιζίστικο ύφος, γεμάτο φαντασία, ποιητική αίσθηση, ονειροπόληση και παιδική αφέλεια. Κάτοχος μιας χορευτικής τεχνικής και διαθέτοντας την ικανότητα του αυτοσχεδιασμού χωρίς να φτηναίνει το στυλ, ο Ηλιόπουλος δεν έχει προγόνους ούτε μιμητές. Δημιούργησε κωμικούς χαρακτήρες με φινέτσα, αγαθό χιούμορ και εύθραυστη επιφάνεια. Ήταν ένας κλόουν, ένας πιερότος, γεμάτος καλές προθέσεις, που συνεχώς έσπαζε τα μούτρα του επάνω στη σκληρή πραγματικότητα. Μέσα από τη συνεχώς έκπληκτη μάσκα του διέκρινες μια δακρυσμένη ωριμότητα και μια φιλοσοφημένη αποδοχή τού μοιραίου».

 

 

 

 

 

Δείτε τις ειδήσεις από την Ελλάδα και όλο τον κόσμο στο GRTimes.gr

Ακολουθήστε το GRTimes στο Google News και ενημερωθείτε πριν από όλους

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

go-to-top