Επίσημη πρώτη για τη «Βαβυλωνία» του ΚΘΒΕ – Συζήτηση με τον Τάκη Χρυσικάκο

Επίσημη πρώτη για τη «Βαβυλωνία» του ΚΘΒΕ – Συζήτηση με τον Τάκη Χρυσικάκο

Με το κορυφαίο θεατρικό έργο του Δημητρίου Κ. Βυζαντίου, «Βαβυλωνία», την πρώτη νέα παραγωγή της χειμερινής καλλιτεχνικής περιόδου, σηκώνει αυλαία το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σήμερα Παρασκευή 23 Οκτωβρίου. Η παράσταση φιλοξενείται στη Μονή Λαζαριστών στη σκηνή Σωκράτης Καραντινός και ανεβαίνει σε δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία του Τάκη Χρυσικάκου ο οποίος, μιλά στο GRTimes.gr για το μοναδικό αυτό έργο που όπως ο ίδιος λέει, «κλείνει» μέσα του όλη την Ελλάδα».

Συνέντευξη στην Κατερίνα Παπαδοπούλου

Σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον σκηνοθέτη Τάκη Χρυσικάκο, καταφέραμε να προσεγγίσουμε το εξαιρετικό αυτό έργο και να «ακουμπήσουμε» έστω και για λίγο, την οπτική και τη φιλοσοφία του ανθρώπου, που αφιέρωσε άπειρες ώρες μελέτης και ανάλυσης στις δύο εκδοχές του (1836 και 1840) με στόχο να δημιουργήσει το υλικό εκείνο, που θα αναδείξει την ιδιαίτερη σκηνοθετική του ματιά και τον τεράστιο πλούτο της Ελληνικής λογοτεχνίας.

Κύριε Χρυσικάκο, αρχικά, θα ήθελα να ακούσω εσάς να μιλάτε για την παράσταση. Γιατί επιλέξατε αυτό το έργο;

Αυτό το έργο με κατατρέχει. Η πρώτη φορά που βρέθηκα να ασχολούμαι με αυτό, ήταν όταν έπαιξα στην παράσταση του Κουν το 1973 και η δεύτερη, όταν το ανέβασα το 1990 στον Λυκαβηττό. Πάντα το μελετώ, πάντα το ψάχνω και πάντα κάτι δουλεύω στο κείμενο. Η αλήθεια είναι ότι έτσι κάνω με πολλά κείμενα. Μου αρέσει να τα δουλεύω μέσα στα χρόνια.

Τί είναι αυτό που σας γοητεύει στο συγκεκριμένο έργο;

Περισσότερο, το γεγονός ότι το έργο «κλείνει» μέσα του όλη την Ελλάδα. Είναι ίσως το μοναδικό που εμπεριέχει τις διαφορετικότητες, τις ντοπιολαλιές, τα τραγούδια και τους χορούς. Είναι ένα μαγικό έργο. Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Η «Βαβυλωνία» είναι και μια σπουδαία κωμωδία. Είναι καταπληκτική γραφή. Είναι αυτό που λέει ο θεατρικός σκηνοθέτης, μεταφραστής και πανεπιστημιακός, Σπύρος Ευαγγελάτος, ο οποίος έχει κάνει τη μεγαλύτερη έρευνα γύρω από την «Βαβυλωνία» σε κάποιο από τα βιβλία του, «ό,τι αξία έχει για το θέατρο η «Βαβυλωνία», έχουν τα απομνημονεύματα του Παπαδιαμάντη για το μυθιστόρημα». Καταλαβαίνετε λοιπόν, τι σημαίνει για το θέατρο η «Βαβυλωνία». Κατά τη γνώμη μου, είναι το πιο πλήρες έργο και η μεγαλύτερη κωμωδία που υπάρχει στην Ελλάδα, μετά τον Αριστοφάνη.

Αντιλαμβάνομαι ότι σας ενδιαφέρει πολύ το γλωσσικό στοιχείο.

Με ενδιαφέρει πολύ. Άλλωστε φαίνεται και από την πορεία μου. Καταπιάνομαι πάντα με λόγια έργα, Παπαδιαμάντη, Βιζυηνό, Καζαντζάκη.

Ποιο είναι το moto σας σε σχέση με το Λόγο;

Η φράση του Ελύτη «Πατρίδα μου είναι ο Λόγος». Αρχίζοντας από τον Αριστοτέλη και το «Εν αρχή ην ο Λόγος» και φτάνοντας στο σήμερα. Όσο πιο βαθιά ψάξεις όλο το θέμα του Λόγου, τόσο πιο πλούσιος θα γίνεις. Η αντίφαση στο έργο είναι η εξής: ότι ως Κοραϊστής, ο Βυζάντιος ή Χατζηασλάνης, που ήταν το κανονικό του όνομα, προτείνει σε αυτό το καινούριο Έθνος το οποίο δημιουργείται μετά την Τουρκοκρατία, να μιλήσει μία γλώσσα, γιατί δεν είναι δυνατόν να μιλάνε πολλές διαλέκτους. Το έργο σώζεται ακριβώς επειδή υπάρχει αυτή η πολυγλωσσία. Υπάρχει αυτός ο πλουραλισμός, ο οποίος εμένα με συγκινεί βαθύτατα. Όταν επισκέπτομαι έναν τόπο, θέλω να ακούσω την ντοπιολαλιά. Μου είναι ανάγκη. Είναι ένας πλούτος ο οποίος χρωματίζει ολόκληρη αυτή τη χώρα. Δεν είναι μονολεκτικός. Συνδέεται με την κοινωνική συμπεριφορά. Διαφορετικά μιλά ο βουνίσιος, αλλιώς ο νησιώτης. Όλα αυτά, είναι άξια μελέτης και θαυμασμού για μένα.

Στιγμιότυπο από την παράσταση

Εσείς, εφόσον κατακτάτε κάθε φορά μέρος αυτής της γνώσης, πως τη χρησιμοποιείτε;

Το ζητούμενο για μένα στις παραστάσεις και στη ζωή μου πάντα, είναι ένα. Και το ερώτημα που θέτω στον εαυτό μου επίσης. Είναι χρήσιμα αυτά που κάνω; Αυτό με ενδιαφέρει. Με ενδιαφέρει όχι όλη αυτή η γνώση που αναφέρατε να είναι σε ένα επίπεδο εγωκεντρισμού και ματαιοδοξίας, αλλά να είναι ουσιαστική και χρήσιμη. Μοιράζεται η γνώση αυτή στους συναδέλφους μου; Ο κόσμος που έρχεται, παίρνει κάτι για να γίνουν όλοι καλύτεροι; Να γίνω και εγώ μαζί τους; Ή είναι απλά 1-2 ώρες διασκέδασης και όχι ψυχαγωγίας;

Άρα είστε μεσάζων…

Εκεί είναι ο ηθοποιός. Παίρνει ένα κείμενο ενός σπουδαίου συγγραφέα και το ζωντανεύει. Μεσάζων είναι. Δεν είμαστε πρωτογενείς δημιουργοί, ούτε οι ηθοποιοί ούτε οι σκηνοθέτες. Το κεντρικό όργανο είναι το έργο που παίρνουμε να δουλέψουμε. Και η αξία βρίσκεται στο αν τελικά καταφέρουμε να το αναδείξουμε.

Διακρίνω ένα μικρό παράπονο στη φωνή σας.

Το λέω αυτό γιατί τα τελευταία χρόνια έχουμε ζήσει πολλές διαστρεβλώσεις και πολλές αποδομήσεις. Πολλά περίεργα, που δεν εξυπηρέτησαν τον συγγραφέα αλλά εξυπηρέτησαν τη ματαιοδοξία των δημιουργών τους.

Τί είδους έργο είναι η «Βαβυλωνία»;

Είναι ένα έργο λαϊκό. Το πιο λαϊκό έργο κατά την άποψή μου μετά τον Αριστοφάνη. Και είναι σημαντικό να αναδείξουμε την έννοια του λαϊκού. Τί είναι λαϊκό στην εποχή μας; Υπάρχει μια λανθασμένη αντίληψη, ότι λαϊκό είναι το ευτελές, το χυδαίο, αυτό που εμπεριέχει την αισθητική του πεζοδρομίου. Δεν είναι αυτό. Λαϊκό είναι το δημοτικό τραγούδι, ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης, οι ζωγραφιές του Θεόφιλου. Λαϊκές ήταν οι παραστάσεις του Κουν και πόσων άλλων σημαντικών ανθρώπων. Αυτό είναι λαϊκό. Και αυτή τη διάσταση μέσα από την αισθητική του λαϊκού εξπρεσιονισμού προσπαθεί να δώσει η παράταση. Φιλοδοξία μου είναι η παράσταση να αγγίξει και να διασκεδάσει, να ευφραίνει έναν διανοούμενο και ένα παιδί, εξίσου.

Αυτό είναι ένα μεγάλο στοίχημα!

Το ξέρω.

Μέχρι στιγμής πως το αισθάνεστε; Θα λέγατε ότι το έχετε καταφέρει;

Κάποια στιγμή το κατάφερα. Στην πρώτη παράσταση. Τώρα εδώ, δεν ξέρω. Τα λόγια αυτά που σας λέω δεν είναι δικά μου. Ήταν ενός πολύ δύσκολου και σπουδαίου ανθρώπου, του Παύλου Μάτεσι, ο οποίος όταν είδε την παράσταση στον Λυκαβηττό το 1990, μου είπε τη φράση: «Αυτή την παράσταση μπορεί να την ευχαριστηθεί ένας διανοούμενος και ένα παιδί». Ήταν η μεγαλύτερη κολακεία που μπορούσα να εισπράξω.

Πως ένας ηθοποιός «περνάει» στη σκηνοθεσία;

Θα σας πω πως έγινε η αρχή για μένα. Έγινε το 1989 όταν κάναμε τις «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη. Είχα την τύχη να συνεργαστώ με τον δραματολόγο Κώστα Γεωργουσόπουλο και τον Χρήστο Λεοντή στη μουσική και φυσικά, τον Γιάννη Τσαρούχη στα σκηνικά και τα κοστούμια. Τότε, είχαμε απευθυνθεί σε έναν πολύ σημαντικό σκηνοθέτη της εποχής, στον οποίο κάτι συνέβη και τελικά δεν μπόρεσε να αναλάβει την παράσταση. Εκεί, λοιπόν, στο «αμάν τί κάνουμε τώρα;», ρίχνει ο Γεωργουσόπουλος στο τραπέζι την ιδέα, να το σκηνοθετήσουμε εμείς. Στην αρχή τρομοκρατηθήκαμε, όμως στο τέλος το πήραμε απόφαση. Έτσι άρχισαν όλα. Βέβαια είχαμε την τύχη να έχουμε δίπλα μας έναν Τσαρούχη ο οποίος τοποθέτησε το έργο στην εποχή του και το ανέδειξε.

Είναι σημαντικοί οι συνεργάτες τελικά;

Οι σπουδαίοι συνεργάτες πάντα καθορίζουν την πορεία όλων μας. Ήμουν πολύ τυχερός. Μαθήτευσα κοντά στους μεγαλύτερους σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Αυτά είναι δανεικά, όπως συνηθίζω να λέω.

Είναι μεγάλη η ευθύνη.

Όσο περνάνε τα χρόνια, η ευθύνη μεγαλώνει. Αναρωτιέσαι αν έχεις κάνει ένα βήμα μπροστά ή αν το έχεις κάνει προς τα πίσω.

Εσείς είστε ευχαριστημένος μέχρι στιγμής από τον εαυτό σας;

Ποτέ δεν είμαι. Όπως λέει και ο Νταλί, «Μην φοβάσαι την τελειότητα, δεν πρόκειται να την φτάσεις ποτέ». Πώς να είμαι ευχαριστημένος; Έχω μεν την τελειομανία μέσα μου, τους ζαλίζω όλους, αλλά ξέρω ότι δεν πρόκειται να φτάσω στην τελειότητα.

Είναι όμως ωραίο να γνωρίζετε ότι κάθε φορά φτάνετε όσο το δυνατόν πιο κοντά.

Όλα αυτά τα χρόνια με ιδρώτα και αίμα. Και με στερήσεις μεγάλες.

Φαντάζομαι εννοείτε ότι έχετε στερηθεί την καθημερινότητά σας, τους ανθρώπους σας.

Βεβαίως. Θα μπορούσα να είχα εξαγοράσει πολλά πράγματα και τότε όλα θα ήταν σίγουρα διαφορετικά. Πολλές φορές αισθάνομαι ότι αυτό που κάνω, είναι Δονκιχωτικό, ας το πούμε. Τριγυρνάω σε όλη την Ελλάδα με διάφορους μεγάλους συγγραφείς και παίζω. Και μη βλέπετε αυτό που συμβαίνει τώρα. Η παράσταση αυτή, είναι μια σπουδαία ευκαιρία που μου έδωσε το Κρατικό Θέατρο και είμαι ευγνώμων για αυτό. Σε αυτή την εποχή που ζούμε, τέτοιες παρατάσεις, κακά τα ψέματα, δεν σου δίνεται η δυνατότητα να κάνεις. Δυστυχώς, και σε κάποιον παραγωγό να απευθυνθείς, θα διαπιστώσεις ότι δεν τον ενδιαφέρει ούτε το έργο ούτε τίποτα. Ψάχνει απλώς ηθοποιούς που είναι γνωστοί από την τηλεόραση και αναγνωρίσιμοι για να κάνουν ένα έργο. Ευτυχώς, στο Κρατικό Θέατρο κάτι τέτοιο δεν ισχύει.

Στις μέρες μας, ο κόσμος συνεχίζει να πηγαίνει στο θέατρο; Θέλει να βλέπει θέατρο;

Είμαι σίγουρος. Είμαι σίγουρος ότι του έχει λείψει το θέατρο. Γιατί εκτός των άλλων, είναι και η πιο σίγουρη ψυχαγωγία. Έχουν ληφθεί όλα τα μέτρα προστασίας, υπάρχει η οδηγία να φορούν όλοι μάσκες και οι αποστάσεις είναι μεγάλες μέσα στην αίθουσα. Είναι ασφαλέστερο για κάποιον να παρακολουθήσει την παράσταση από το να βγει σε κάποιο εστιατόριο για φαγητό για παράδειγμα.

Αυτό το διάστημα λόγω της πανδημίας, αρχίσαμε να βλέπουμε και θέατρο διαδικτυακά. Ποια είναι η γνώμη σας για αυτή την εξέλιξη;

Η προσπάθεια που έγινε να αναπληρωθεί ένα ζωντανό θέαμα διαδικτυακά δεν μπορώ να πω ότι είναι ιδανική. Η αξία του ζωντανού θεάματος είναι ότι σε παρασύρει, είναι εκεί και σε παίρνει και φεύγεις. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει από μια τηλεόραση όσο μεγάλη και αν είναι. Μπορεί να λειτουργήσει μόνο σαν πληροφόρηση. Για παράδειγμα, για μια σπουδαία παράσταση που παίζεται στη Νέα Υόρκη και θέλεις να τη δεις και φυσικά δεν μπορείς να πας εκεί, τη βλέπεις διαδικτυακά και πληροφορείσαι. Όμως αυτό, είναι τελείως διαφορετικό και δεν έχει καμία σχέση με το να είσαι εκεί.

Οπότε εσείς δεν συμφωνείτε με αυτό που γίνεται από ανάγκη.

Αν είναι από ανάγκη συμφωνώ. Να μην γίνει επάγγελμα όμως. Δεν μπορεί να καταργηθεί το ζωντανό θέαμα. Πως θα γίνει αυτό; Πόσο μπορεί ένα θέαμα να σε απογειώσει μέσα από μια μικρή οθόνη;

Στιγμιότυπο από την παράσταση

Ο θησαυρός της ελληνικής λογοτεχνίας που είναι ισάξιος πολλών διεθνών έργων, αξιοποιείται επαρκώς από το Ελληνικό θέατρο; Υπάρχουν καλλιτέχνες που ασχολούνται με τόσο πάθος και με τόση ένταση και τόσο πείσμα με τα έργα;

Ναι υπάρχουν. Σαφώς υπάρχουν. Ίσως και πιο ολοκληρωμένα. Το κενό που υπάρχει προέκυψε γιατί, στην εποχή μας δεν υπάρχει η πληθώρα των συγγραφέων που υπήρχε πριν μερικές δεκαετίες. Δεν έχουμε έναν Μπέκετ, έναν Μίλερ. Δεν υπάρχουν τέτοια μεγέθη. Δεν λέω ότι δεν υπάρχουν συγγραφείς, αλλά όχι αυτά τα μεγέθη. Άρα αναγκαστικά, πολλοί στράφηκαν σε παλαιά έργα τα οποία ανεβάζουν με μια, ας πούμε, σημερινή ή μοντέρνα οπτική και πολλοί – μεταξύ αυτών και εγώ – που έχουμε στραφεί στη λογοτεχνία. Είναι τεράστιος πλούτος η λογοτεχνία. Και η ελληνική και η ξένη. Κάποια στιγμή σκηνοθέτησα το «Όνειρο ενός γελοίου» του Ντοστογιέφσκι. Είναι ένα μαγικό κείμενο, το οποίο περνούσε στο κοινό την κάθε λέξη. Αυτά είναι μαγικά πράγματα είναι τεράστια, συγκλονιστικά.

Η «Βαβυλωνία» είναι επίκαιρη σήμερα;

Ασυνεννοησία, αλαζονεία της εξουσίας, αμετροέπεια και εγωκεντρισμός, αναδεικνύονται όλα τα άσχημα στοιχεία μας στο έργο. Από την άλλη όμως, αναδεικνύονται και τα καλά. Αποθέωση της διαφορετικότητας, αυτοί οι άνθρωποι στο άκουσμα της απελευθέρωσης μονιασμένοι γλεντάνε, τραγουδάνε, πίνουνε, τρώνε μια χαρά, αποδεχόμενοι ο ένας τη διαφορετικότητα του άλλου. Όλος ο Έλληνας με το μεγαλείο και τις μικρότητές του, μέσα σε αυτό το έργο. Τί πιο σύγχρονο από αυτό;

Πως καταφέρατε να διατηρήσετε τα στοιχεία του έργου και παράλληλα να τα προσεγγίσετε με μια σύγχρονη οπτική;

«Πατήσαμε» σε στέρεα παραδοσιακά μονοπάτια. Τα κοστούμια είναι παραδοσιακά, οι χοροί είναι γνήσιοι. Εγώ σαν σκηνοθέτης, προσπάθησα να περάσω στους ηθοποιούς τη λογική, να «διαβάσουμε» το έργο με σημερινή ματιά. Η σημερινή ματιά μας, είναι που το κάνει σύγχρονο. Δεν χρειάζεται τίποτα άλλο. Για αυτό το λέμε και διαχρονικό.

Στιγμιότυπο από την παράσταση

Μεγαλώσατε στην Κοκκινιά πως δεν ακολουθήσατε κάποιον άλλο δρόμο;

Οι Ολυμπιακοί Κύκλοι είναι η βαθιά φιλοσοφία του Έθνους μας. Μέσα από έναν κύκλο, γεννιέται ένας άλλος κύκλος που θα γεννηθεί από αυτόν άλλος ένας και πάει λέγοντας. Εγώ ένα παιδί από μια λαϊκή συνοικία και από λαϊκούς γονείς, γεννήθηκα εκεί ανυποψίαστος. Με τις παρέες μου και τις βόλτες μου στο Πειραιά με τους φίλους μου. Ο πλούτος ήταν οι γονείς μου. Αυτοί οι απλοί άνθρωποι με μεγάλωσαν με το κύριο συστατικό που ήταν αγάπη. Εγώ ήθελα να γίνω ναυτικός. Σκόπευα να πάω στη σχολή εμποροπλοιάρχων στον Ασπρόπυργο. Κάτι έγινε και δεν πρόλαβα να πάω. Λέω στον πατέρα μου: «Δεν ξέρω τί να κάνω τώρα. Σκέφτομαι να πάω να δώσω σε μια δραματική σχολή». Εκείνος με κοίταξε και μου είπε: «Παιδί μου, αν νομίζεις ότι θα σου κάνει καλό, πήγαινε». Αγνοώντας τα πάντα, ρώτησα έναν ηθοποιό που έμενε εκεί κοντά στην Κοκκινιά και μου είπε να πάω στον Κουν. Δεν ήξερα ποιος ήταν. Μου είπε ότι είναι μια πολύ καλή σχολή. Εγώ συνέχισα να είμαι μέσα στην άγνοια. Πήγα στη σχολή ανυποψίαστος. Πολύ αυστηρές οι εξετάσεις αλλά δεν κατάλαβα τίποτα. Με έσωσε η άγνοιά μου. Δεν είχα τρακ. Και τότε αρχίζει μια άλλη πραγματικότητα. Τότε είναι, που αρχίζω να συνειδητοποιώ ότι, υπάρχουν πράγματα άλλα, και πολύ σημαντικά, και εγώ αυτά τα έχω στερηθεί. Έχω στερηθεί τη γνώση, το διάβασμα, την αισθητική. Τα πάντα. Και αρχίζει ένας αγώνας γιατί οι συμφοιτητές μου ήταν φοιτητές πολύ διαβασμένοι. Αρχίζω λοιπόν να διαβάζω 12-16 ώρες την ημέρα για να αναπληρώσω τα χαμένα. Έτσι άρχισαν όλα. Είχα την τύχη να βρεθώ σε αυτόν τον ιερό χώρο. Και να μείνω μαζί με τη σχολή μια δεκαετία. Αυτό ήταν το σημαντικό. Στην πορεία, καθοριστικές για μένα ήταν οι συνεργασίες μου και κυρίως αυτή με τον με τον Μίνωα Βολανάκη. Αν εγώ αυτή τη στιγμή κάτι προσπαθώ να εφαρμόσω, είναι αυτά που πήρα κυρίως από τον Βολανάκη. Από όλους, αλλά ο τρόπος, η σκέψη του Βολανάκη είναι κάτι που με συγκινεί περισσότερο και αυτό θέλω να κάνω και εγώ με το μικρό μέγεθος, το δικό μου. Από τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκα, ποιόν να θυμηθώ και ποιόν να αφήσω. Αυτά με καθόρισαν. Πολλοί νομίζουν ότι πρέπει να κατάγομαι από αριστοκρατική οικογένεια. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο.

Από την εμπειρία σας και από όλη αυτή τη συζήτηση με τον εαυτό σας, αν σας ζητούσα να μου δώσετε μια συμβουλή για να ξεχωρίσω στη ζωή, ποια θα ήταν αυτή;

Θα έλεγα να πιστέψεις αυτό που κάνεις και να αγαπάς και να μην απογοητευτείς ποτέ. Ακόμα και τα τείχη της Ιεριχούς πέφτουν, εάν το πιστεύουμε. Επιμονή είναι το γνώρισμα το δικό μου και είναι αυτό που πιστεύω. Δεν υπάρχει ακατόρθωτο. Όταν πήρα στα χέρια μου το «Αμάρτημα της μητρός μου» που μου έδωσε ο Θοδωρής Γκόνης και ήταν η αρχή για αυτή τη δουλειά με τους Έλληνες λογοτέχνες, είπα: «Αυτό είναι αδύνατον! Πως θα το κάνω;». Και όμως δεν υπάρχει αδύνατο. Αν επιμείνεις, αν δουλέψεις σκληρά, αν ματώσεις, κάνεις το αδύνατο δυνατό. Αρκεί να το πιστέψεις και να το αγαπήσεις. Και κανείς δεν μπορεί να σε εμποδίσει.

Υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που σκέφτεστε λίγο πριν την πρεμιέρα της παράστασης;

Σκέφτομαι ότι είμαι τυχερός που την εποχή της πανδημίας μου δίνεται η ευκαιρία να κάνω μια τόσο μεγάλη παράσταση στο Κρατικό Θέατρο και το ευχαριστώ θερμά όπως και τους συνεργάτες μου που μοιραζόμαστε το ίδιο ταξίδι. Παράλληλα, στο μυαλό μου έχω πάντα δύο άτομα. Ο ένας είναι ο παιδικός μου φίλος και σεναριογράφος από την Κοκκινιά, ο Σταύρος Αβδούλος που είχαμε από κοινού τη σκηνοθεσία της παράστασης στο παρελθόν, και στον σπουδαίο συνθέτη Δημήτρη Λάγιο που «έφυγε» τόσο νέος, και που το 1990 έγραψε τη συγκλονιστική μουσική για την παράσταση, την οποία δεν αλλάζω με τίποτα.

Η παράσταση

Στη λοκάντα ενός Χιώτη, στο Ναύπλιο το 1827, ένας Αρβανίτης τραυματίζει έναν Κρητικό και εξαφανίζεται. Το περιστατικό συμβαίνει μετά την επιτυχημένη έκβαση της ναυμαχίας του Ναυαρίνου, την ώρα που Έλληνες από διαφορετικά μέρη, έχουν συγκεντρωθεί στο ξενοδοχείο και γιορτάζουν τη νίκη. Ένας αστυνόμος προσπαθεί να διαλευκάνει την υπόθεση αλλά οι παράξενες ντοπιολαλιές θολώνουν τα γεγονότα με αποτέλεσμα οι ανακρίσεις να οδηγηθούν σε φιάσκο.

Ο Δημήτριος Κ. Βυζάντιος έγραψε τη «Βαβυλωνία» το 1836. Με φόντο το επίκαιρο για την εποχή του γλωσσικό ζήτημα, δημιούργησε ένα έργο που έφερε στο προσκήνιο το πρόβλημα των τοπικών διαλέκτων και την έλλειψη μιας ενιαίας μορφής προφορικού λόγου. Ο συγγραφέας θέλησε «τὴν λυπηρὰν αὐτὴν κατάστασιν» να τη μετατρέψει σε κωμωδία με στόχο να παροτρύνει το κοινό στη διάδοση της παιδείας και να αναδείξει την αναγκαιότητα ύπαρξης μιας ενιαίας νεοελληνικής γλώσσας. Οι λεκτικές παρεξηγήσεις που οδηγούν σε διαπληκτισμούς αποτελούν ένα βασικό στοιχείο της λαϊκής κωμωδίας, στη «Βαβυλωνία» αναδεικνύονται σε κομβικό άξονα του κειμένου.

Συντελεστές
Δραματουργική επεξεργασία- Σκηνοθεσία: Τάκης Χρυσικάκος
Σκηνικά- Κοστούμια: Σάββας Πασχαλίδης
Μουσική: Δημήτρης Λάγιος
Χορογράφος: Γιώργος Σοφιανίδης
Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος
Μουσική διδασκαλία: Παναγιώτης Μπάρλας
Βοηθός σκηνοθέτη/ σκηνογράφου/ ενδυματολόγου: Τατιάνα Νικολαΐδου
Β’ βοηθός σκηνογράφου/ ενδυματολόγου: Χαρά Αργυρούδη
Βοηθός Φωτιστή: Στάθης Φρούσσος
Οργάνωση Παραγωγής: Μαριλύ Βεντούρη

Παίζουν: Τάκης Χρυσικάκος (Ανατολίτης), Κοσμάς Ζαχάρωφ (Αστυνόμος), Νικόλας Μαραγκόπουλος (Λογιότατος), Κώστας Ίτσιος (Πελοποννήσιος), Ηλίας Μπερμπέρης (Χιώτης), Δημήτρης Παλαιοχωρίτης (Λοκαντιέρης), Αλέξανδρος Μούκανος (Αρβανίτης), Κωνσταντίνος Χατζησάββας (Κρητικός), Βασίλης Παπαδόπουλος (Κύπριος), Λευτέρης Λιθαρής (Γραμματέας αστυνόμου), Θανάσης Ραφτόπουλος (Στρατιώτης)
Διάρκεια: 100 λεπτά

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη στις 19:00, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, στις 21:00 και Κυριακή στις 19:00

Σημειώνεται ότι: Λόγω της πανδημίας του covid-19 οι παραστάσεις πραγματοποιούνται με πλήρη τήρηση των υγειονομικών κανονισμών και των μέτρων που προβλέπονται από την Πολιτεία.

Δείτε τις ειδήσεις από την Ελλάδα και όλο τον κόσμο στο GRTimes.gr

Ακολουθήστε το GRTimes στο Google News και ενημερωθείτε πριν από όλους

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ