«Θύματα» της κλιματικής αλλαγής οι μέλισσες – Τι γίνεται στην Ελλάδα

Tags#: melisses

«Θύματα» της κλιματικής αλλαγής οι μέλισσες – Τι γίνεται στην Ελλάδα

Ρεπορτάζ: Αλέξανδρος Αλεξιάδης

Σημαντική μείωση του πληθυσμού των μελισσών κατά 16%, την περίοδο 2017-18, καταγράφει διεθνής μελέτη υπό την αιγίδα του Πανεπιστημίου Strathclyde, στην οποία συμμετείχαν 5.363 μελισσοκόμοι από 36 χώρες.

Σύμφωνα με την έρευνα, από τις 544.879 αποικίες που καταγράφονταν στην αρχή του χειμώνα, χάθηκαν 89.124, εξαιτίας ενός συνδυασμού παραγόντων, που περιλαμβάνουν κυρίως τις επιπτώσεις των καιρικών φαινομένων σε μεγαλύτερο βαθμό και προβλήματα με τη βασίλισσα της αποικίας σε μικρότερο.

Η Πορτογαλία, η Βόρεια Ιρλανδία, η Ιταλία και η Αγγλία είχαν απώλειες άνω του 25%, ενώ η Λευκορωσία, το Ισραήλ και η Σερβία ήταν μεταξύ εκείνων με ποσοστά απώλειας κάτω του 10%. Υπήρξαν επίσης σημαντικές περιφερειακές διαφοροποιήσεις σε ορισμένες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, της Σουηδίας και της Ελλάδας.

Το ανησυχητικό είναι ότι η μείωση στους πληθυσμούς της μέλισσας, είναι σταθερή τα τελευταία χρόνια. Απώλειες 20,9% την περίοδο 2016-17 και 12% την περίοδο 2015-16.

Απώλειες έως και 40% πέρυσι στην Ελλάδα

Όπως επισημαίνει στο GrTimes.gr η Χρυσούλα Τανανάκη, Eπίκ. Καθηγήτρια και διευθύντρια του Εργαστηρίου Μελισσοκομίας-Σηροτροφίας, του τμήματος Γεωπονίας του ΑΠΘ, οι διακυμάνσεις στις απώλειες μελισσιών στην Ελλάδα είναι έντονες και παρουσιάζουν διαφορές από περιοχή σε περιοχή.

Σύμφωνα με την ίδια, οι καιρικές συνθήκες που επικρατούν κάθε χρόνο, επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη θνησιμότητα των μελισσιών, με την περυσινή χρονιά να είναι ιδιαίτερα δύσκολη και με απώλειες που σε κάποιες περιπτώσεις έφτασαν ακόμη και το 40%.

Σύμφωνα με την κ.Τανανάκη, οι μειώσεις στα μελίσσια, έρχονται συνήθως ως αποτέλεσμα των καιρικών συνθηκών που επικρατούν το περασμένο καλοκαίρι. «Μια ξηρασία την περασμένη χρονιά και μια μείωση της ανθοφορίας το προηγούμενο καλοκαίρι, ήταν η αιτία τα μελίσσια να περάσουν τον χειμώνα με γερασμένους ηλικιακά πληθυσμούς, οπότε ήταν και πιο εύκολο να προσβληθούν από ασθένειες».

Σε κάθε περίπτωση, οι απώλειες στα μελίσσια επηρεάζονται από διαφορετικούς παράγοντες, που έχουν σχέση και με τους μελισσοκομικούς χειρισμούς αλλά και με τις καιρικές συνθήκες.

Η διευθύντρια του Εργαστηρίου Μελισσοκομίας-Σηροτροφίας του ΑΠΘ, τονίζει πως η κλιματική αλλαγή επιδρά στη μελισσοκομία γιατί έχει επιπτώσεις και στα φυτά από τα οποία εξαρτώνται οι μέλισσες. «Και όταν υπάρχει πρόβλημα στην επικονίαση, όχι μόνο στα καλλιεργήσιμα φυτά, αλλά σε όλα και δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος» επισημαίνει, προσθέτοντας πως πρέπει να βρεθεί μια λύση στο θέμα της προστασίας των μελισσών. «Πρέπει να γίνει μια προσπάθεια προστασίας των μελισσών από όλη αυτήν την κλιματική αλλαγή με στόχο αφενός τα προϊόντα της μέλισσας και αφετέρου φυσικά την επικονίαση. Επιτέλους κάποια στιγμή αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι δεν είναι μόνο το μέλι και τα άλλα προϊόντα που μας δίνουν οι μέλισσες αλλά και όλα αυτά που τρώμε, χάρη στην επικονίαση. Είναι ένας κρίκος που πρέπει να τον προστατεύσουμε για να μην σπάσει» καταλήγει.

«Θεωρούνται δεδομένοι οι μελισσοκόμοι»

Ως ένα από τα σοβαρότερα θέματα που αντιμετωπίζουν οι μελισσοκόμοι στη χώρα μας, χαρακτηρίζει τους γεωργικούς ψεκασμούς, ο Γιώργος Γκόρας Επίκουρος Καθηγητής, μέλος του Εργαστηρίου Σηροτροφίας & Μελισσοκομίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Όπως λέει, υπάρχει σοβαρό θέμα με τους ψεκασμούς, αν και υπάρχει καλή συνεννόηση και αντίληψη μεταξύ των παραγωγών, ότι οι μελισσοκόμοι είναι χρήσιμοι και απαραίτητοι.

«Δυστυχώς στην Ελλάδα τους θεωρούμε δεδομένους, επειδή έχουμε και μεγαλύτερη πυκνότητα πανευρωπαϊκά σε μελίσσια. Έχουμε 12 μελίσσια ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, όταν ο μέσος όρος της Ευρώπης είναι γύρω στα 3. Και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να έχουμε παντού μελίσσια και αυτά να θεωρούνται δεδομένα. Έτσι, ενώ σε άλλες χώρες πληρώνουν τον μελισσοκόμο να πάει τις μέλισσες του στις καλλιέργειες και προστατεύουν τα μελίσσια του, εδώ τις θεωρούν δεδομένες με αποτέλεσμα πολλές φορές να ψεκάζουν πάνω στην ανθοφορία, εκεί που οι μέλισσες δουλεύουν και άρα ο μελισσοκόμος να χάνει πληθυσμούς» δηλώνει χαρακτηριστικά στο GrTimes.

Σύμφωνα με τον κ.Γκόρα, χάρη στη δυνατότητα των μελισσοκόμων να μπορούν να πολλαπλασιάζουν τα μελίσσια, φαίνεται πως στην Ελλάδα δεν υπάρχουν σημαντικές απώλειες τα τελευταία χρόνια. «Αυτό που γνωρίζουμε, είναι ότι ο μέσος όρος παραγωγής είναι ο μικρότερος στην Ευρώπη, 10 κιλά ανά μελίσσι και ότι ο αριθμός των μελισσιών, αν δεν αυξάνεται, σίγουρα μένει ο ίδιος. Φαίνεται ότι δεν έχουμε απώλειες σε αριθμό μελισσιών και αυτό οφείλεται στην πολύ δουλειά από την μεριά των μελισσοκόμων, κάτω από αντίξοες συνθήκες».

Χωρίς επίσημα στοιχεία η Ελλάδα

Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα μας, είναι η παντελής απουσία στατιστικών στοιχείων που αφορούν στους αριθμούς των μελισσιών, των παραγωγών, των ζημιών που προκαλούνται λόγω ασθενειών, καταστροφών κτλ. Στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν «εργαλείο» στα χέρια των επιστημόνων και της πολιτείας για την προστασία της μέλισσας.

Όπως αναφέρει ο κ.Γκόρας, γίνεται η προσπάθεια να υπάρχει τουλάχιστον ένα μητρώο με τους μελισσοκόμους, ούτως ώστε να φαίνονται και τα μεγέθη αύξησης ή μείωσης του κεφαλαίου και άλλα χρήσιμα στοιχεία, τα οποία τα τελευταία χρόνια δεν υπάρχουν.

Σημειώνει πως ειδικά μετά την οικονομική κρίση μπήκαν πάρα πολλοί στον χώρο της μελισσοκομίας. «Κάποιοι πίστεψαν ότι θα βγάλουν εύκολα λεφτά και σε αυτό φταίει πολλές φορές και η ενημέρωση που έγινε και η λανθασμένη αίσθηση ότι η μελισσοκομία είναι εύκολη που δεν είναι. Δεν είναι εύκολη και δεν είναι για όλους. Είναι κοπιαστική και απαιτεί συνεχώς ενημέρωση, για να μπορέσει κάποιος να βελτιώνεται μέσα στα χρόνια» καταλήγει.

Από που έρχεται το μέλι που καταναλώνουμε στην Ε.Ε

Το 2018, τα κράτη μέλη της Ε.Ε, εισήγαγαν 208.000 τόνους μέλι από τρίτες χώρες, αξίας 452 εκατ. Ευρώ.

Σε αντίθεση, το 2018, τα κράτη μέλη εξήγαγαν μόλις 21.000 τόνους έξω από την Ε.Ε, αξίας 119 εκατ. Ευρώ.

Σε σχέση με το 2013, δηλαδή μια πενταετία πριν, οι εισαγωγές μελιού από τρίτες χώρες αυξήθηκαν σε βάρος κατά 25%, ενώ οι εξαγωγές σε τρίτες χώρες αυξήθηκαν κατά 40%.

Ο μεγαλύτερος εισαγωγέας μελιού είναι η Γερμανία που το 2018 εισήγαγε από τρίτες χώρες 60.000 τόνους, σχεδόν το 1/3 δηλαδή των συνολικών εισαγωγών στην Ε.Ε.

Δεύτερος μεγαλύτερος εισαγωγέας είναι το Ηνωμένο Βασίλειο με 45.000 τόνους και ακολουθεί το Βέλγιο με 22.000 τόνους, η Πολωνία με 21.000 τόνους και η Ισπανία με 17.000 τόνους.

Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας μελιού προς την Ε.Ε, καθώς το 2018 πούλησε 80.000 τόνους σε κράτη μέλη. Η Ουκρανία ακολουθεί με 41.000 τόνους, η Αργεντινή με 25.000, το Μεξικό με 21.000 και η Χιλή με 8.000 τόνους.

Δείτε τις ειδήσεις από την Ελλάδα και όλο τον κόσμο στο GRTimes.gr

Ακολουθήστε το GRTimes στο Google News και ενημερωθείτε πριν από όλους

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

go-to-top