Μια Θεσσαλονικιά στο Ντουμπάι σε περίοδο κορωνοϊού

Μια Θεσσαλονικιά στο Ντουμπάι σε περίοδο κορωνοϊού

Η 24χρονη Άννα – Μαρία Aϊδινίδου από την Θεσσαλονίκη, ταξίδεψε στο Ντουμπάι για να εργαστεί ως σερβιτόρα σε γνωστό μπαρ-εστιατόριο και beach bar, όσο περίμενε να ανοίξει η εστίαση στην Ελλάδα. Καθώς πλέον έχει επιστρέψει, διηγείται στο GRTimes.gr την εμπειρία της δίμηνης ξενιτιάς της στη «χώρα της πολυτέλειας», και πώς αντιμετωπίζει ο κόσμος την πανδημία στο Ντουμπάι.

Ρεπορτάζ: Κωνσταντίνα Πλοιαρίδη

Τον Απρίλιο του 2021, ενώ η Ελλάδα βρισκόταν ακόμη σε lockdown με περιορισμούς και απαγορεύσεις, και οι περισσότεροι εργαζόμενοι ζούσαν με την αποζημίωση ειδικού σκοπού, η κ. Aϊδινίδου, αποφάσισε να φύγει από την Ελλάδα, αναζητώντας ένα μεγαλύτερο εισόδημα, καθώς ως εργαζόμενη στον τομέα της εστίασης, είχε μπει σε αναστολή για 7 μήνες, ενώ στο Ντουμπάι η εστίαση λειτουργούσε κανονικά και χωρίς καμία διακοπή. Όπως αναφέρει, «πάντα ήθελα να επισκεφτώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η ευκαιρία μου παρουσιάστηκε την κατάλληλη στιγμή, μιας και η δουλειά μου είχε κλείσει χωρίς καμία ειδοποίηση για το πότε θα ξανάνοιγε, λόγω των μέτρων κατά του κορωνοϊού».

Ποια μέτρα τηρούνται στο Ντουμπάι

Το Ντουμπάι, παρόλο που διένυε – και εξακολουθεί να διανύει- την πανδημία, δεν έπαψε να υποδέχεται τουρίστες, καθώς η τήρηση μέτρων αποδείχτηκε αρκετή ώστε να αποφευχθεί η καραντίνα και το ανεπιθύμητο για κάθε χώρα «πάγωμα» της οικονομίας που συνεπάγεται αυτής.

Σχετικά με τα μέτρα κατά του κορωνοϊού στο Ντουμπάι, αναφέρει ότι ήταν πολύ πιο χαλαρά απ’ ότι ήταν στην Ελλάδα, ιδιαίτερα όσον αφορά την μουσική, καθώς συνέχισε να αναπαράγεται κανονικά στα μαγαζιά, οι live παραστάσεις συνέχισαν να γίνονται κανονικά, ενώ στα κέντρα νυχτερινής διασκέδασης η ένταση της μουσικής ήταν χαμηλωμένη προκειμένου να μην ξεσηκώνεται ο κόσμος για να χορέψει. «Είχαμε πάει σε ένα κλαμπ και η μουσική ήταν χαμηλά, ρωτήσαμε εάν είναι κάθε μέρα έτσι και μας είπαν ότι το κάνουν λόγω μέτρων» περιγράφει χαρακτηριστικά.

Όσον αφορά τη χρήση μάσκας, που “ήταν το μόνο που μας θύμιζε την ύπαρξη του κορωνοϊού” ήταν και είναι υποχρεωτική για τους εργαζόμενους στην εστίαση, και υποχρεωτική για όλους σε εσωτερικούς χώρους, όπως εμπορικά κέντρα. Ως εργαζόμενη σε beach bar αναφέρει ότι η ίδια δεν υποχρεούταν να κάνει κανένα test για covid, ενώ όσοι συνάδελφοί της ήταν κάτοχοι κάρτας visa, υποβάλλονταν υποχρεωτικά σε ιατρικές εξετάσεις και σε rapid test ανά δύο μήνες.

Η ζωή σε μια αραβική πόλη

Αν και η 24χρονη γνώρισε το Ντουμπάι ήδη υπό ιδιαίτερες συνθήκες, “υπό καθεστώς μάσκας” και περιορισμών, την ίδια περίοδο συνέπεσε και ο εορτασμός του Ραμαζανιού (από τις 12 Απριλίου μέχρι τις 13 Μαΐου). «Υπήρχαν κουρτίνες σε καφέ και εστιατόρια για να κρύβουν από τους ντόπιους τα φαγητά και τα ποτά, για να μην μπαίνουν στον πειρασμό. Ούτε νερό δεν επιτρέπεται να πιούν κατά τη διάρκεια όλης της ημέρας, και απέχουν επίσης από όλες τις απολαύσεις της ζωής», συμπληρώνει.

Στα θετικά της ζωής εκεί, προστίθεται και η χαμηλή, έως μηδαμινή εγκληματικότητα, καθώς «μπορείς να αφήσεις την τσάντα σου στην παραλία και να φύγεις γνωρίζοντας ότι δεν θα σε κλέψουν» εξηγεί η Άννα – Μαρία και υπενθυμίζει ποια είναι η τιμωρία σε όσους «απλώνουν το χέρι τους».

Μάλιστα, ιδιαίτερη εντύπωση έκαναν στην κ. Αϊδινίδου οι εμφανίσεις των γυναικών του Ντουμπάι στην παραλία “έρχονταν για μπάνιο στη θάλασσα φορώντας παντελόνια και σορτσάκια αντί για μαγιό, λόγω θρησκείας. Είδα γυναίκα να έχει έρθει μέχρι και με στολή δύτη”, προσθέτει χαρακτηριστικά.

Η ζωή για τους τουρίστες

Το Ντουμπάι δεν μένει ποτέ χωρίς τουρίστες, ενώ η «καλή» σεζόν ξεκινάει από Οκτώβριο και τελειώνει τον Μάρτιο. Ωστόσο, «το καλοκαίρι “πέφτει” η δουλειά, λόγω της αφόρητης ζέστης, καθώς τον Ιούλιο και τον Αύγουστο η θερμοκρασία φτάνει στους 50 βαθμούς και ο κόσμος επιλέγει να μην το επισκέπτεται τότε», τονίζει. Κατά κύριο λόγο, οι τουρίστες είναι εύποροι, καθώς η ζωή είναι ιδιαίτερα ακριβή, σύμφωνα με την κ. Aϊδινίδου, καθώς πολλοί είχαν μαζί τους την babysitter τους για να προσέχει τα παιδιά, όσο έκαναν διακοπές.

Τα μαγαζιά είναι εντυπωσιακά και έχουν θέα την θάλασσα και τα ψηλά κτήρια της πόλης, πράγμα εντυπωσιακό αν σκεφτεί κανείς πως μέχρι πριν μερικά χρόνια, όλη η περιοχή ήταν μια μεγάλη έρημος που κατέληξε να γίνει «ένα μεγάλο πολυτελές resort με εντυπωσιακά πανύψηλα κτίρια ύψους 80 έως 100 ορόφων, με το ψηλότερο από αυτά, το Μπουρτζ Χαλίφα να φτάνει τους 160 ορόφους». Σε πολλά εστιατόρια και μπαρ «πληρώνεις μέχρι και τον αέρα», καθώς ό,τι άλλο πάρει κανείς, χρεώνεται έξτρα, όπως αναφέρει η 24χρονη.

Οι Έλληνες του Ντουμπάι

Σύμφωνα με την κ. Aϊδινίδου, ο λόγος που τόσοι Έλληνες γίνονται οικονομικοί μετανάστες εκεί, είναι ότι οι μισθοί είναι πολύ καλύτεροι απ’ ότι στην Ελλάδα και είναι εύκολο να βρει κανείς δουλειά, καθώς πρόκειται για τουριστικό προορισμό με πολλές διαθέσιμες θέσεις εργασίας. Επίσης, «όταν έρχεσαι για δουλειά στο Ντουμπάι, τουλάχιστον στον τομέα της εστίασης, ο εργοδότης σου δίνει ένα χρηματικό ποσό για τη διαμονή σου και έτσι γλιτώνεις αυτομάτως από βασικά έξοδα».

Η κ. Aϊδινίδου δηλώνει ευγνώμων για την εμπειρία της. Υποστηρίζει ότι παρά τις ιδιαίτερες συνθήκες που την ώθησαν να κάνει αυτό το βήμα, ήταν ένας ιδανικός τρόπος να συνδυάσει ένα ταξίδι σε χώρα του εξωτερικού με την δουλειά. Μελλοντικά, όπως τονίζει με ενθουσιασμό, θα ήταν πρόθυμη να το επαναλάβει.

Δείτε τις ειδήσεις από την Ελλάδα και όλο τον κόσμο στο GRTimes.gr

Ακολουθήστε το GRTimes στο Google News και ενημερωθείτε πριν από όλους

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ